Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΤΕΚΝΟΥ

8 ΕΠ/2013 ΠΠΡ ΣΥΡ ( 601069)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Υιοθεσία αλλοδαπού ανηλίκου. Η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων διέπεται επιμεριστικώς από το δίκαιο ιθαγένειας του υιοθετούντα και του υιοθετούμενου. Ρύθμιση των ζητημάτων υιοθεσίας ανηλίκου κατά το βουλγαρικό δίκαιο. Οι κατά περίπτωση σχέσεις συγγένειας που δημιουργούνται μεταξύ των μερών. Η παροχή συναίνεσης των απαιτούμενων προσώπων, ως προϋπόθεση του κύρους της υιοθεσίας. Ειδικότερα, η συναίνεση της φυσικής μητέρας με συμβολαιογραφικό έγγραφο. 



Προϋποθέσεις αναπλήρωσης της συναίνεσης του φυσικού γονέα από το δικαστήριο στη περίπτωση που αυτός τυγχάνει αγνώστου διαμονής. Διαδικασία. Πολιτική δικονομία. Το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη το αλλοδαπό δίκαιο αυτεπαγγέλτως, χωρίς τη διεξαγωγή αποδείξεων, εφόσον το γνωρίζει και δεν αντιβαίνει στην ημεδαπή δημόσια τάξη. Εφαρμογή ελληνικού αστικού κώδικα και βουλγαρικού δικαίου στην υπό κρίση περίπτωση. Το δικαστήριο δέχεται την αίτηση.


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ

ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 8 ΕΠ/2013

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Σοφία Φραγκάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Βασίλειο Παπαθανασίου, Πρωτοδίκη» Παναγιούλα Ζησοπούλου, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Ελένη Φραγκίδου. Συνεδρίαζε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 8 Μαρτίου 2013, για -να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2/2013 αίτηση με αντικείμενο υιοθεσία ανήλικου τέκνου:
ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ: 1.)..................................., 2) ..........................., αμφοτέρων κατοίκων Φράγματος Μυκόνου Κυκλάδων, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Αγγέλου Δοκόπουλσίο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Οι αιτούντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 21.1.2013 αίτηση τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2/28.1.2013, προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.



Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αιτούντων ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 ΑΚ, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και λύση της υιοθεσίας η οποία περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας κατά τα υποκείμενα αυτής, ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας κάθε μέρους (ΑΠ 1787/1988 ΝοΒ 58.379, ΕφΠειρ 485/1994 ΕλλΔνη 36.637, ΕφΑΘ 1737/1987 ΕλλΔνη 29.540, ΠΠρΘεσ 10204/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 18352/1998 Αρμ. 1999.411). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 33 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν διαφορετική υπηκοότητα, η συνδρομή των ουσιαστικών προ&ποθέσεων της υιοθεσίας διέπεται επιμεριστικός από τη lex patriae κάθε μέρους, δηλαδή ως προς τον υιοθετούντα από το δίκαιο της ιθαγένειας του και ως προς τον υιοθετούμενο από το δίκαιο της δικής του ιθαγένειας, με την επιφύλαξη πάντοτε ότι οι εφαρμοστέες διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν προσκρούουν τα χρηστά ήθη ή στη δημόσια τάξη (βλ. Σπ. Βρελλης, «Ιδιωτικό διεθνές Δίκαιο» 1988, σελ. 195). Το δικαστήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 741 ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το αλλοδαπό δίκαιο χωρίς να διατάξει αποδείξεις εάν το γνωρίζει ή έχει τεθεί υπόψη του από τους διαδίκους, άλλως μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει όποιο μέσο κρίνει κατάλληλο. Σύμφωνα με το Βουλγαρικό Δίκαιο η υιοθεσία ρυθμίζεται από τον Οικογενειακό Κώδικα του 2009, ο οποίος προβλέπει δύο είδη υιοθεσίας, την απλή και την πλήρη. Πλήρης υιοθεσία συντρέχει στις περιπτώσεις που είτε ο υιοθετούμενος είναι τέκνο αγνώστων γονέων είτε οι γονείς έχουν προηγουμένως συναινέσει στην πλήρη υιοθεσία ή έχουν εγκαταλείψει το τέκνο τους σε ίδρυμα και δεν το έχουν αναζητήσει επί ό μήνες από τότε που θα έπρεπε σύμφωνα με το νόμο περί προστασίας των τέκνων να το παραλάβουν από το ίδρυμα (άρθρο 100 παρ. 1 ΟικΚωδ,)· Ο υιοθετούμενος που ανήκει σε μία από αυτές τις κατηγορίες πρέπει να καταχωρισθεί στο προβλεπόμενο μητρώο, προκειμένου να είναι δυνατή η πλήρης υιοθεσία (άρθρο 82 παρ. 2 Οικ-Κώδ.). Κατά την κρίση, όμως, του Δικαστηρίου η ως άνω ρύθμιση του βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα, εισάγει διαδικαστική και όχι ουσιαστική προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας και, συνεπώς, δεν καλείται» μέσω του άρθρου 23 παρ. I A.K., σε εφαρμογή (πρβλ, ΠΠρΑθ. 786/2012, αδημ.). Η πλήρης υιοθεσία δημιουργεί μεταξύ του υιοθετούμενου και των κατιόντων του αφενός» και του υιοθετούντος και των συγγενών του αφετέρου, νομικό καθεστώς όμοιο με εκείνο που υφίσταται μεταξύ ενός τέκνου και των εξ αίματος συγγενών του, ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υιοθετούμενου και των κατιόντων του έναντι των εξ αίματος συγγενών του διακόπτονται (άρθρο 101 παρ. 1 Οικ.Κώδ,). Η απλή υιοθεσία δημιουργεί σχέσεις συγγένειας μόνο μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου και των κατιόντων του τελευταίου, ενώ τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υιοθετούμενου και των κατιόντων του έναντι των εξ αίματος συγγενών του παραμένουν (άρθρο 102 παρ. 1 Οικ.Κώδ.). Η παραπάνω, όμως διάταξη περί απλής υιοθεσίας πρέπει να ερευνηθεί αν αντιβαίνει στην ημεδαπή δημόσια τάξη, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται αν προσκρούει στη δημόσια τάξη, προκύπτει ότι κανένας κανόνας αλλοδαπού δικαίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αν δεν δοκιμαστεί προηγουμένως, η εφαρμογή του με τα μέτρα της δημόσιας τάξης και κριθεί ότι προσαρμόζεται και συμβιβάζεται με αυτήν (θετική και αρνητική λειτουργία της έννοιας της δημόσιας τάξης - βλ. Κρίσπη - Νικολετοπούλου, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο» έκδ. 1979, σελ. 387). Αποτελεί δε η ημεδαπή δημόσια τάξη το σύνολο των βασικής και θεμελιώδους σημασίας αρχών και αντιλήψεων που κρατούν σε ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές οικονομικές» πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εαρμογής στην ημεδαπή κανόνίον αλλοδαπού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα (Ολ.ΑΠ 17/2008 ΕλλΔνη 2008.977). Ειδικότερα, στην Ελλάδα ο θεσμός της υιοθεσίας ανηλίκων αποτελεί κοινωνικό θεσμό πρόνοιας, με αποστολή τη βελτίωση της θέσης των υιοθετούμενων παιδιών, την παροχή δυνατότητας ομαλής ψυχοπνευματικής ανάπτυξης τους σε ένα υγιές κοινωνικό περιβάλλον, με πλήρως διασφαλισμένα τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους και την ενσωμάτίοσή τους σε μια οικογένεια,, η οποία, από την άποψη των εννόμων συνεπειών, δεν διαφέρει από την πραγματική οικογένεια, στην υποκατάσταση της οποίας αποβλέπει. Για το λόγο αυτό, βάσει άρθρου 1561 ΑΚ, το οποίο καθορίζει τις συνέπειες τέλεσης υιοθεσίας ανηλίκων» το ανήλικο θετό τέκνο εξομοιώνεται πλήρως με γνήσιο κατιόντα του θετού γονέα, εντάσσεται στην οικογένεια του τελευταίου, έχοντας έναντι του θετού γονέα και των συγγενών του όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο και, ταυτόχρονα, διακόπτονται οι δεσμοί του με τη φυσική του οικογένεια. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον στην ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζεται μόνον η πλήρης υιοθεσία ανηλίκων (βλ. Φουντεδάκη, Υιοθεσία, εκδ. 1998, σελ.45 - 46, Βαθρακοκοίλη, Ερμ.Νομ.ΑΚ, τ. Ε` άρθρο 1561, αρ, 2), η εν λόγω διάταξη του Βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα περί απλής υιοθεσίας δεν εναρμονίζεται in concrete προς τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό στην Ελλάδα και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, διότι προσκρούει ευθέως στην ελληνική δημόσια τάξη (Π.ΠρΑΘ, 1313/2008 Εφ.ΑΘ. 2008.198, ΠΠΑΘ, 159/2005 όπ.π»), Αντί γι` αυτήν, εφαρμόζονται για τη ρύθμιση της βιοτικής σχέσης, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής για τη ρύθμιση της βιοτικής σχέσης, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, άλλοι, ανάλογα με την περίπτωση, κατάλληλοι κανόνες της ίδιας lex causae και, ελλείψει αυτών, κανόνες της lex fori (ΠΠρΘεσ 1453/2007 όπ.π., ΠΠΑθ 168/2002 ΑρχΝ 2002.775), δηλαδή η διάταξη του άρθρου 1561 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Βουλγαρικό Δίκαιο επιτρέπεται μόνον η υιοθεσία ανηλίκων, δηλαδή πρόσωπον που δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 77 παρ. 1 Οικ.Κώδ.), ενώ η τέλεση της υιοθεσίας γίνεται με δικαστική απόφαση και επιτρέπεται μόνον εάν είναι προς το συμφέρον του υιοθετούμενου (άρθρο 97 παρ. 2 Οικ.Κώδ.). Μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου πρέπει να υπάρχει διαφορά ηλικίας τουλάχιστον 15 ετών, έκτος εάν ο ένας των συζύγων υιοθετεί το βιολογικό τέκνο του άλλου ή εάν το τέκνο υιοθετηθεί συγχρόνως ή διαδοχικώς από συζύγους και ο ένας από αυτούς έχει τη νόμιμη διαφορά ηλικίας (άρθρο 79 Οικ.Κώδ.). Για το κύρος της υιοθεσίας απαιτείται η συναίνεση του υιοθετούντος, των βιολογικών γονέων του υιοθετούμενου, του συζύγου του υιοθετούντος, καθώς και του ιδίου του υιοθετούμενου, εφ` όσον έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του (άρθρο 39 παρ, 1 Οικ.Κώδ,), η δε συναίνεση της μητέρας δεν μπορεί να δοθεί πριν από την πάροδο 30 ημερών από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 89 παρ. 2 Οικ.Κώδ.). Η συναίνεση των ως άνω προσώπων δίδεται είτε με αυτοπρόσωπη παράσταση στο δικαστήριο, είτε εγγράφως ενώπιον συμβολαιογράφου, που βεβαιώνει την υπογραφή του συναινούντος, είτε με αντιπρόσωπο, που είναι εφοδιασμένος με ειδικό πληρεξούσιο (άρθρο 91 παρ. 1 Οικ.Κώδ,). Η διάταξη αυτή, κατά το μέρος που προβλέπει τη δυνατότητα παροχής συναίνεσης με συμβολαιογραφική πράξη, δεν προσκρούει στην εσωτερική δημόσια τάξη, αφού και το προϊσχύσαν ημεδαπό δίκαιο (άρθρο 10 Ν.Δ. 610/1970) προέβλεπε ανάλογη ρύθμιση (ΠΠρΘεσ 1.024/2010, ΠΠρΑθ 799/2009 αδημ.). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1544 ΑΚ, όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίηση του από το Ν. 2721/1999, αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ, αλλά όχι περισσότερο από πενήντα χρόνια. Η θέσπιση κατώτατου και ανώτατου ορίου διαφοράς με την διεύθυνση της διαμονής του, η εξακρίβωση των οποίων δεν είναι, δυνατή με τα συνήθη μέσα επιμέλειας. Η άγνοια αυτή πρέπει, όμως, να είναι αντικειμενική, δηλαδή ευρύτερου κύκλου προσώπων, με την ως άνω διάταξη επιβλήθηκε από ηθικούς και κοινωνικούς λόγους για την ομαλή πορεία της υιοθεσίας, με την ύπαρξη ενός γονέα ηλικιακά ώριμου και ακμαίου και προσθέτως, «ως προς το ανώτατο όριο διαφοράς, με τη δικαιολογία ότι οι θετοί γονείς, με μεγάλη ηλικία δεν παρέχουν τα εχέγγυα για την ομαλή ανατροφή του τέκνου,
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1552 ΑΚ η συναίνεση των γονέων για υιοθεσία του τέκνου τους αναπληρώνεται με απόφαση δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, αν οι γονείς έχουν άγνωστη διαμονή. Αγνωστης διαμονής είναι εκείνος του οποίου αγνοείται ο τόπος η έννοια της αδυναμίας διακρίβωσης παρά την επιμελή αναζήτηση προσώπου που αφορούν. Σε κάθε περίπτωση, για αναπληρωθεί η συναίνεση τους, πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες ανεύρεσης αυτών. Τις πληροφορίες αυτές κρίνει το δικαστήριο, αφού λάβει υπόψη του και τις δυσχέρειες επιβεβαίωσης, Εξάλλου, δεν θεωρείται άγνωστος ο πατέρας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ώστε να απαιτείται δικαστική αναπλήρωση της συναίνεσης του κατ` άρθρο 1552 παρ. i εδ.α` ΑΚ, αφού, εάν δεν έχει γίνει εκούσια ή ακούσια αναγνώριση, δεν υπάρχει κατά το νόμο πατέρας και δίδεται μόνο η συναίνεση της μητέρας (ΠΠρθεσ 2438/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη "Οικογενειακό Δίκαιο", τόμος ΙΙ, σελ. 287). Τέλος, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 542 εδ. 2 ΑΚ, η υιοθεσία πρέπει πάντα να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετούμενου και με γνώμονα την διάταξη αυτή, που αποτελεί την προμετωπίδα του περί υιοθεσίας κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα, πρέπει να ερμηνεύονται και όλες οι διατάξεις κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα, πρέπει να ερμηνεύονται και όλες οι διατάξεις που ακολουθούν.
Στην προκειμένη, περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση» οι αιτούντες ζητούν να κηρυχθεί θετό τέκνο τους το ανήλικο αβάπτιστο άρρεν, γεννημένο εκτός γάμου των γονέων του, φυσικό, τέκνο της ...............του ........................βουλγαρικής ιθαγένειας, που γεννήθηκε στην Ελευσίνα στις 20.11.2012. Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 παρ. 1, 739, 740 παρ. 1 περ. α και 800 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία κατ` άρθρο 748 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την κοινοποίηση αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σύρου (βλ. τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αιτούντες υπ` αριθμ. 271 Ιγ/6-2-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου Ειρήνης .................). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1542, 1543, 1544, 1545, 1546, 1549, 1550, 1551, 1552, 1557 και 1558 ΑΚ, καθώς και στις προαναφερόμενες διατάξεις του βουλγαρικού Οικογενειακού Κώδικα» εφ` όσον εν όψει των στοιχείων αλλοδαπότητας της κρινόμενης αίτησης, είναι εφαρμοστέο το μεν ελληνικό δίκαιο για τους ελληνικής ιθαγένειας υιοθετούντες, το δε βουλγαρικό για το υιοθετούμενο ανήλικο, το οποίο έχει αποκτήσει αυτοδικαίως με τη γέννηση του τη βουλγαρική ιθαγένεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Εν όψει δε του ότι προσκομίζεται η έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας (βλ, τη με αριθμό πρωτ. 6-3-2013 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού ......................), ενώ δεν κατέστη δυνατή η σύνταξη αντίστοιχης έκθεσης κοινωνικής έρευνας που να αφορά τη φυσική μητέρα του υιοθετούμενου, καθώς αυτή δεν εντοπίστηκε στη δηλωθείσα ως κατοικία της (βλ. την παραπάνω αναφερόμενη έκθεση σε συνδυασμό με το με αριθμό 2938/2013 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 5.2.2013 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .......η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ` ουσίαν.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου αποδεικνύεται ότι για την προκείμενη υιοθεσία συναίνεσαν αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς δημοσιότητα οι αιτούντες σύζυγοι, ο καθένας για τον εαυτό του και για τον άλλον. Περαιτέρω, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάσθηκε νομίμους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν, ιδιαίτερα δε την προαναφερόμενη έκθεση κοινωνικής έρευνας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούντες έχουν τελέσει νόμιμο (πολιτικό) γάμο στις 2-2-2011 στον Αλιμο Αττικής, από τον οποίο δεν έχουν αποκτήσει τέκνο ούτε έχουν υιοθετήσει άλλα. Είναι ηλικίας ο πρώτος 46 και η δεύτερη 45 ετών (γεννημένοι στις 22.4.1967 και 20.3.1968 αντιστοίχως). Το προς υιοθεσία ανήλικο είναι άρρεν, αβάπτιστο,, γεννημένο εκτός γάμου

των γονέων του, φυσικό τέκνο της .......... του ............, βουλγαρικής ιθαγένειας, που γεννήθηκε στην Ελευσίνα στις 20.11.2012 και δεν έχει υιοθετηθεί από άλλον. Επομένως, έχουν αμφότεροι οι αιτούντες συμπληρώσει το 30° έτος της ηλικίας τους και δεν υπερβαίνουν το 60° έτος» ενώ δεν είναι μεγαλύτεροι από το υιοθετούμενο περισσότερο από 50 χρόνια. Είναι ικανοί προς δικαιοπραξία, σωματικώς και ψυχικώς υγιείς και έχουν άμεμπτο ποινικό παρελθόν. Η οικονομική τους κατάσταση είναι καλή» καθώς ο πρώτος είναι ελεύθερος επαγγελματίας, ενώ διαθέτει και ένα ιδιόκτητο ακίνητο στην Αθήνα, ενώ και η δεύτερη αιτούσα εργάζεται σε ξενοδοχείο στη Μύκονο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η φυσική μητέρα του τέκνου με τη με αριθμό 8856/5.12.2012 δήλωση της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Αεονταρίδου προέβη σε ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου της στους αιτούντες και εμπιστεύθηκε το τελευταίο» προκειμένου αυτοί να επιμεληθούν την ανατροφή και ανάπτυξη του, δηλώνοντας παράλληλα την επιθυμία το τέκνο της να δοθεί σε αυτούς για υιοθεσία και συναινώντας σε αυτήν. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι το υιοθετούμενο γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του και δεν έχει αναγνωρισθεί η πατρότητα του ούτε κατά το ελληνικό (ΑΚ 1475 επ.), ούτε κατά το βουλγαρικό δίκαιο (άρθρα 62 παρ. Ι, 64 και 65 Οικ.Κώδ.), αρκεί η συναίνεση που δόθηκε μόνον από τη φυσική του μητέρα, αφού δεν υπάρχει κατά νόμον πατέρας αυτού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε πως η ως άνω φυσική μητέρα, μετά την παράδοση του τέκνου της στους αιτούντες αναχώρησε προς άγνωστη διεύθυνση. Συγκεκριμένα, η τελευταία σωστή και συγκεκριμένη διεύθυνση της ήταν στην Αθήνα, στην οδό..............., διεύθυνση την οποία είχε δηλώσει κατά την υπογραφή της ως άνω δήλωσης της ενώπιον της παραπάνω συμβολαιογράφου. Έτσι, όλες οι προσπάθειες αναζήτησης της, προκειμένου να προσέλθει για να παράσχει τη συναίνεση της στην υπό κρίση υιοθεσία, απέβησαν άκαρπες. Ειδικότερα,, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 5.2.2013 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών ................., δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση της φυσικής μητέρας στην ως άνω τελευταία γνωστή διεύθυνση της στην Αθήνα, όπου ο ως άνω επιμελητής την αναζήτησε, προκειμένου να της επιδώσει την από 4.2.2013 εξώδικη πρόσκληση των αιτούντων, για να προσέλθει και να παράσχει τη συναίνεση της ενώπιον του ορισθέντος μέλους αυτού του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο στις 8.3.2012, ημερομηνία συζήτησης της.ύπό κρίση αίτησης, για την αιτούμενη υιοθεσία, δεδομένου ότι αυτή είχε αναχωρήσει προς άγνωστη κατεύθυνση. Το περιεχόμενο της ως άνω βεβαίωσης του δικαστικού επιμελητή επιβεβαιώνεται και από την παραπάνω προσκομιζόμενη έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού................, για τη μη αποστολή έκθεσης κοινωνικής έρευνας λόγω μη ανεύρεσης της φυσικής μητέρας. Εξάλλου, οι αιτούντες προέβησαν σε δημοσίευση πρόσκλησης προς όποιον γνωρίζει τη διεύθυνση της φυσικής μητέρας, να τη γνωστοποιήσει στο Πρωτοδικείο, ώστε να καταστεί δυνατή η κλήση αυτής. Συγκεκριμένα, η πρόσκληση δημοσιεύθηκε σε δύο εφημερίδες, στην «....», δύο φορές, την 15.2.2013 και 25.2.2013 και στην «.....» δύο φορές, στις 15.2.2013 και 26.2.2013. Όμως, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. 2.938/11.3.2013 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, κανένας δεν εμφανίστηκε για να δώσει σχετικές πληροφορίες και δεν έγινε γνωστή η διεύθυνση αυτής. Εξάλλου, το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επιδείξει το παραμικρό ενδιαφέρον για το τέκνο της, σε συνδυασμό με την ως άνω δήλωση της ενώπιον της παράπονο συμβολαιογράφου περί. ανάθεσης επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου της και συναίνεσης της για υιοθεσία, αποδεικνύει τη βούληση της να αποξενωθεί πλήρως απ` αυτό. Συνεπώς, εφόσον δεν κατέστη δυνατή η εξακρίβωση του τόπου διαμονής της με τα συνήθη κ μέτρα επιμέλειας, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αιτούντες και το αρμόδιο τμήμα κοινωνικής έρευνας της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου προέβησαν στις παραπάν&ι συγκεκριμένες ενέργειες (για συλλογή πληροφοριών), όπως αποδεικνύεται από τα παραπάνω έγγραφα στοιχεία αναζήτησης της και τις σχετικές βεβαιώσεις αδυναμίας εξεύρεσης της, είναι ανέφικτη η αυτοπρόσωπη εμφάνιση και παράσταση της ενώπιον του δικαστηρίου, προκειμένου να παράσχει τη συναίνεση της για την υιοθεσία του ανήλικου τέκνου της, η οποία αποτελεί ουσιώδη παράγοντα της υιοθεσίας και ως εκ τούτου συνιστά ουσιαστική και απαραίτητη προϋπόθεση της. Συντρέχει επομένως, ενόψει των ανωτέρω στοιχείων (άγνωστη διαμονή, πλήρης αδιαφορία για την τύχη του τέκνου) νόμιμη περίπτωση, όπως αναπληρωθεί η συναίνεση της φυσικής μητέρας από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 1552 περ.γ του ΑΚ., μη απαιτουμένης εν προκειμένω της ακροάσεως των πλησιέστερων συγγενών της μητέρας (ΑΚ 1553) αφού κατά την κρίση του δικαστηρίου, τούτο δεν είναι εφικτό. Εφόσον δε το υπό υιοθεσία ανήλικο γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των φυσικών γονέων του και δεν έχει αναγνωριστεί από το φυσικό της πατέρα» αρκεί η αναπλήρωση της συναίνεσης της φυσικής μητέρας. Περαιτέρω, προκύπτει ότι οι αιτούντες, μετά από αποτυχημένες προσπάθειες να αποκτήσουν τέκνα, στράφηκαν συνειδητά προς την υιοθεσία, προκειμένου να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους να φροντίσουν και να μεγαλώσουν ένα παιδί» στο οποίο επιθυμούν να προσφέρουν αγάπη, υποστήριξη συναισθηματική και υλική και κατευθύνσεις, ώστε να αξιοποιήσει το δυναμικό του και να είναι υγιές και ευτυχισμένο. Πέραν του καλού οικονομικού, και κοινωνικού τους επιπέδου, διαθέτουν πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα και φαίνεται να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις ευθύνες και υποχρεώσεις που συνεπάγεται ο γονεϊκός ρόλος με ευαισθησία και υπευθυνότητα. Εξάλλου τυχόν απομάκρυνση του από το ασφαλές αυτό περιβάλλον αποδοχής, αγάπης, στοργής και οικογενειακής θαλπωρής, στο οποίο έχει ήδη ενταχθεί ομαλά, θα είχε ιδιαιτέρως αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική και συναισθηματική του σταθερότητα και στην περαιτέρω ανάπτυξη του. Λαμβανομένου, λοιπόν υπόψη πρωτίστως του αληθινού συμφέροντος του υιοθετούμενου» το οποίο σε κάθε περίπτωση αξιολογικής του στάθμισης με ο,τιδήποτε άλλο κρίνεται περισσότερο άξιο προστασίας και δεδομένου ότι οι αιτούντες βρίσκονται- σε άριστη βιολογική» ηθική, πνευματική και ικανοποιητική περιουσιακή κατάσταση, ώστε να το αναθρέψουν με την επιβαλλόμενη στοργή και φροντίδα και να του εξασφαλίσουν τις κατάλληλες συνθήκες για την ομαλή σωματική, ψυχοπνευματική και ηθική του εξέλιξη» συντρέχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την τέλεση της προκείμενης υιοθεσίας.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή και ως κατ` ουσίαν βάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση,

ΚΗΡΥΣΣΕΙ θετό τέκνο των ..............................και ............................του .................συζύγου

............................το ανήλικο βουλγαρικής υπηκοότητας, αβάπτιστο άρρεν, φυσικό τέκνο της

......................... του ................................, εκτός γάμου και αγνώστου πατρός, που γεννήθηκε

στην Ελευσίνα στις 20.11.2012.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε σε μυστική διάσκεψη στην Ερμούπολη Σύρου, στις 12-7-2013, και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου χωρίς την παρουσία των αιτούντων και του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στην Ερμούπολη Σύρου, στις


15/7/2013

GOOGLE+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις