Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

ΣΥΝΤΑΞΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

2268/2005 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (428224)
(ΑΡΜ 2007/511)
Κανονισμός πολυκατοικίας. Επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες που εκπροσωπούν το
60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου να ζητήσουν από το δικαστήριο τη
σύνταξη κανονισμού, όταν αυτός δεν καταρτίστηκε με κοινή συμφωνία όλων και
είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών μεταξύ τους. Με τον

κανονισμό μπορούν να ρυθμιστούν οι εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεις και όχι να
συσταθούν δικαιώματα για τα οποία απαιτείται η συναίνεση όλων των
συνιδιοκτητών. 

Το δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα του προτεινομένου σχεδίου
κανονισμού, μπορεί όμως να τον τροποποιήσει αν κρίνει ότι περιέχει διατάξεις
που δεν είναι επωφελείς για όλους τους συνιδιοκτήτες ή αντίκεινται σε κανόνες
δημόσιας τάξης.
Με σημείωμα Σ.Ι.Κ. στον ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟ. Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό
"ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ", εκδόσεως του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

ΕφΘεσ 2268/2005

Πρόεδρος: Γρηγορία Μπουφούνου.
Δικαστές: Ο. Αναστασιάδου, Γ. Ακριβός (εισηγητής).
Δικηγόροι: Α. Αργυρόπουλος, Χ. Χριστέλης, Ν. Ρομπότης, Σ. Καπετανέας,
Α. Χαλκιάς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 εδ. α` του ν. 1562/1985, "αν υπάρχει ήδη χωριστή
κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός
των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον του 60% των συγκυριών
δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των
προηγούμενων άρθρων, να καταρτισθεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για
τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών". Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου
4 παρ. 1 στοιχ. γ` του ίδιου νόμου, που έχει εν προκειμένω ανάλογη εφαρμογή,
ορίζεται ότι πριν από την κατάθεση της αγωγής, οι συγκύριοι, που ζητούν την
κατάρτιση του κανονισμού, καταθέτουν σε συμβολαιογράφο της έδρας του αρμόδιου
δικαστηρίου, πλην άλλων και σχέδιο κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών.

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 του
ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", που ορίζει ότι επιτρέπεται
στους συνιδιοκτήτες, όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη
η κοινή όλων συναίνεση, κανονίσουν τις υποχρεώσεις, δικαιώματα κλπ. της
συνιδιοκτησίας" και του άρθρου 26 παρ. 1 του ν.δ. 1003/1971 "περί ενεργού
πολεοδομίας", το οποίο ορίζει ότι "επί των περιπτώσεων του προηγούμενου
άρθρου, δύναται να καταρτίζεται γενικός κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των
συνιδιοκτητών του όλου οικοπέδου ή της εδαφικής περιοχής και ιδιαίτερος
κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των ιδιοκτητών των κατά κτίριον ορόφων ή
τμημάτων αυτών", συνάγεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών
οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας του ν.
3741/1929, προϋποθέτει καταρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.

Εξαίρεση εισάγει η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, που επιτρέπει στους
συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του
οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν τέτοιος
δεν έχει καταρτισθεί, με κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών και επιπλέον
είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών. Αίτημα της σχετικής αγωγής
είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση
κανονισμού, με βάση το σχέδιο που κατέθεσε σε συμβολαιογράφο η πλειοψηφία των
συνιδιοκτητών. Σε ό,τι όμως αφορά τον ίδιο τον κανονισμό πρέπει να γίνει
διάκριση ανάμεσα: α`) Στις "σχέσεις" που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού,
δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών που
απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης
ιδιοκτησίας και β`) τη "ρύθμιση" στην οποία αυτές υποβάλλονται. Από τις πιο
πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 19 του ν. 3741/1929
προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 60% μπορεί να ζητήσει τη σύσταση κανονισμού
προς ρύθμιση υφισταμένων εκ της συνιδιοκτησίας σχέσεων και όχι τη σύσταση
δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων
των συνιδιοκτητών. Αλλά και το δικαστήριο, πέραν του ελέγχου της νομιμότητας,
δεν έχει εξουσία να περιορίσει η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών το περιεχόμενο
του υπό κατάρτιση κανονισμού, γιατί τότε αυτός θα έχανε τον δικαιοπρακτικό
του χαρακτήρα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την προτεινόμενη από την
πλειοψηφία "ρύθμιση" των σχέσεων αυτών, την οποία το δικαστήριο μπορεί,
ενίοτε μάλιστα υποχρεούται, να τροποποιήσει, όπως όταν κρίνει ότι αυτή δεν
είναι επωφελής για όλους τους συνιδιοκτήτες, ή αντίκειται σε κανόνες δικαίου
δημόσιας τάξης. Αυτό ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.
1562/1985, κατά την οποία "το δικαστήριο, αν δεχθεί την αγωγή επιτρέπει στους
κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκυρίους να
καταρτίσουν τον κανονισμό, σύμφωνα με το κατατεθειμένο σχέδιο και έγγραφα,
που αναφέρονται στις παραγ. 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν
τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης" (βλ. ΑΠ 596/2000 ΝοΒ 49.1009).

Εξάλλου, ο χώρος της πιλοτής ή ανοικτά τμήματα του χώρου αυτού, δεν ήταν
δυνατόν ούτε πριν από τους νόμους 960/1979 και 1221/1981 ν` αποτελέσουν
αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας και συνεπώς οι χώροι της πιλοτής ανήκαν
πάντα στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων
μπορεί μόνο να παραχωρηθεί, με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή
με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών ή με τον κανονισμό
της πολυκατοικίας, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε ιδιοκτήτες ορόφων ή
διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής (ΟλΑΠ 23/2000 ΕλλΔνη 42.58, ΑΠ 448/1996
ΕλλΔνη 37.600). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, δεν θίγεται καθόλου το
κύρος των συμφωνιών μεταξύ των οροφο- κτητών, που έχουν σχέση με ζητήματα που
αφορούν την οροφοκτησία, έστω και αν οι συμφωνίες αυτές έρχονται σε αντίθεση
με πολεοδομικές ή διοικητικής φύσεως διατάξεις, εκτός αν πρόκειται για
διατάξεις δημοσίας τάξεως (ΟλΑΠ 380/1977, ΝοΒ 25.1357, ΟλΑΠ 583/1983 ΕΔΠολ
1983.84).

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, που εξετάσθηκε στο
ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την
εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, όλα τα έγγραφα που
προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους και από όσα οι διάδικοι
με τις προτάσεις τους εκθέτουν και αποδέχονται (ΚΠολΔ 261 παρ. 1),
αποδείχθηκαν τα εξής: Επί οικοπέδου, που βρίσκεται επί της οδού Δ. στην
Καλαμαριά θεσσαλονίκης, εμβ. 250,02 τ.μ., ιδιοκτησίας της 8ης ενάγουσας,
δυνάμει του υπ` αριθ. 1768/13.2.1959 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του
συμβολαιογράφου θεσσαλονίκης Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, έχει ανεγερθεί
μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 67/14.1.1997 οικοδ. άδειας της διεύθυνσης
πολεοδομίας θεσσαλονίκης, σε εκτέλεση της υπ` αριθ. 5968/6.6.1996 σύμβασης
εργολαβίας και προσυμφώνου μεταβίβασης εξ αδιαιρέτου ποσοστών οικοπέδου, η
οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της οικοπεδούχου 8ης ενάγουσας και του εργολάβου Σ.
Α. του Δ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ. πολυόροφη οικοδομή,
αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, απαρτιζόμενο από πιλοτή και ένα κατάστημα
και έξι ορόφους, απαρτιζόμενους από οροφοδιαμερίσματα. Στο παραπάνω
προσύμφωνο δεν περιλαμβανόταν και πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, για
το λόγο αυτόν και δεν μεταγράφηκε αυτό, αλλά με τις επακολουθήσασες
διαδοχικές μεταβιβάσεις κατά κυριότητα των διαιρετών χώρων της ενλόγω
οικοδομής προς τους τρίτους καταρτίζονταν και οι επιμέρους πράξεις σύστασης
οριζόντιας ιδιοκτησίας, οι οποίες μεταγράφονταν νομίμως, με αποτέλεσμα η
επίδικη οικοδομή να διέπεται πλέον από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των
άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, στερούμενη όμως κανονισμού διοίκησης αυτής...

Οι ενάγοντες συνεπώς είναι συνιδιοκτήτες της επίδικης πολυκατοικίας, που
αντιπροσωπεύουν ποσοστό συνιδιοκτησίας πλέον του προβλεπομένου από τη διάταξη
του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, 60% και συγκεκριμένα 800 ο/οο, ενώ οι
εναγόμενοι αντιπροσωπεύουν ποσοστό συνιδιοκτησίας 200 ο/οο.

Ειδικότερα...

Οι ενάγοντες συνεπώς νομιμοποιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο την άδεια
για κατάρτιση του κανονισμού διοίκησης της επίδικης οικοδομής, η οποία
παρίσταται επιβεβλημένη, διότι παρατηρούνται διαφωνίες και προστριβές μεταξύ
των διαδίκων μερών σε βασικά θέματα της πολυκατοικίας, όπως σχετικά με τη
χρήση των κοινοχρήστων μερών αυτής. Προς τον σκοπόν αυτόν έχει συνταγεί από
τους ενάγοντες το προβλεπόμενο από το νόμο (αρθρ. 4 του ν. 1562/1985) σχέδιο
του προτεινόμενου από αυτούς κανονισμού, καθώς και πίνακας κατανομής ποσοστών
εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στα λοιπά κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη,
χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής και κατανομής των κοινοχρήστων
δαπανών, που θα βαρύνει τους ίδιους, ο δε πίνακας επιπλέον και από τον
συνταξαντα αυτόν πολιτικό μηχανικό Ι. Π. Τα στοιχεία αυτά έχουν κατατεθεί στη
συμβολαιογράφο θεσσαλονίκης 0. Μ., η οποία συνέταξε την υπ` αριθ.
9705/24.4.2001 πράξη κατάθεσης εγγράφων. Οι εκ των εναγομένων, δεύτερος,
τρίτη και τέταρτη, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που έλαβε χώρα
στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της
συζητήσεως επί της ουσίας της υποθέσεως, συνομολόγησαν το περιεχόμενο της
αγωγής (βλ. πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου).

Ο πρώτος εναγόμενος, κατά τη διαδικασία που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου
4 του ν. 1562/1985, κατέθεσε στην ίδια συμβολαιογράφο πρόταση μερικής
τροποποίησης των άρθρων 5 και 2 του προτεινόμενου από τους ενάγοντες σχεδίου
κανονισμού, συντάχθηκε δε η υπ` αριθ. 11081/ 24.9.2002 πράξη κατάθεσης της
ίδιας συμβολαιογράφου. Με το άρθρο 5 του κανονισμού που προτείνουν οι
ενάγοντες προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι "η χρήση της πιλοτής και του
ακάλυπτου χώρου για τη στάθμευση των οχημάτων ένα κατά όροφο, ορίζεται ως
εξής: α`) ο πρώτος όροφος έχει χρήση του ακάλυπτου χώρου από την οδό Δ. και
συγκεκριμένα στο μέσο της πρασιάς (είσοδος - έξοδος), β`) ο δεύτερος όροφος
έχει χρήση της δεξιάς στεγαζόμενης πιλοτής από την οδό Δ. (είσοδος - έξοδος),
γ`) ο τρίτος όροφος έχει χρήση στον ακάλυπτο χώρο από την οδό Δ. και συγκρι-
μένα αριστερά της πρασιάς (είσοδος - έξοδος), δ`) ο τέταρτος όροφος έχει
χρήση δεξιά της στεγαζόμενης πιλοτής από την οδό Ι. Π. (είσοδος - έξοδος),
ε`) ο πέμπτος όροφος έχει χρήση στον ακάλυπτο χώρο από την οδό Δ.,
συγκεκριμένα δεξιά της πρασιάς (είσοδος - έξοδος) και στ`) ο έκτος όροφος
έχει χρήση αριστερά της πιλοτής στεγαζομένης από την οδό Ι. Π. (είσοδος -
έξοδος). Υπενθυμίζεται ότι οι ιδιοκτήτες ή οι ενοικιαστές της οικοδομής, εάν
έχουν στην κατοχή τους και δεύτερο αυτοκίνητο, θα παρκάρουν στο χώρο που να
μην εμποδίζουν τους υπόλοιπους για είσοδο - έξοδο καθ` όλο το
εικοσιτετράωρο". Ο εναγόμενος ζητά να γίνεται χρήση μόνον τριών θέσεων
στάθμευσης στην πιλοτή της οικοδομής και καθόλου στον ακάλυπτο χώρο της
οικοδομής, στις θέσεις δε της πιλοτής ζητά να εναλλάσσονται ανά δίμηνο οι
συνιδιοκτήτες της οικοδομής. Πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά τους πρώτο
και δεύτερη ενάγοντες, συνιδιοκτήτες του τετάρτου ορόφου, αυτοί, σύμφωνα με
τον ανωτέρω τίτλο της ιδιοκτησίας τους, συμφώνησαν με την πωλήτρια
οικοπεδούχο -μοναδική μέχρι τότε κυρία του όλου ακινήτου, ότι στο διαμέρισμα
τους, αντιστοιχεί μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, στην πιλοτή της οικοδομής,
εμβαδού 12,15τ.μ. δεξιά για τον προσβλέποντα την οικοδομή από την οδό Π.,
κατά τον χρόνο δε σύνταξης του τίτλου μοναδικοί συνιδιοκτήτες της οικοδομής
ήταν η οικοπεδούχος και αυτοί (πρώτος και δεύτερη ενάγοντες), συνεπώς η
μεταξύ τους συμφωνία ως προς την αποκλειστική χρήση της θέσης αυτής
στάθμευσης είναι κατ` αρχήν δεσμευτική και για τους μετέπειτα καθιστάμενους
συνιδιοκτήτες της οικοδομής, εκτός αν διαφοροποιηθεί νόμιμα με τον κανονισμό,
στην προκείμενη όμως περίπτωση αυτή επαναλαμβάνεται και στον προτεινόμενο από
τους ενάγοντες κανονισμό. Ήδη δε η θέση αυτή έχει τεθεί στην εξυπηρέτηση του
διαμερίσματος του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων. Όσον αφορά τον
πέμπτο ενάγοντα, ιδιοκτήτη του δευτέρου ορόφου, αυτός, σύμφωνα με τον ανωτέρω
τίτλο της ιδιοκτησίας του, συμφώνησε με την πωλήτρια οικοπεδούχο, ότι στο
διαμέρισμα του αντιστοιχεί μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στην πιλοτή της
οικοδομής, εμβαδού 12 τ.μ. περίπου, με πρόσοψη επί της οδού Δ., που βρίσκεται
δεξιά γι` αυτόν που βλέπει την οικοδομή από την ανωτέρω οδό. Αλλά και ο
πρώτος εναγόμενος, σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο της ιδιοκτησίας του,
συμφώνησε με την πωλήτρια οικοπεδούχο, ότι στο διαμέρισμα του αντιστοιχεί
κατ` αποκλειστική χρήση, μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στον εμπρόσθιο
ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, τον έχοντα πρόσοψη επί της οδού Δ., αριστερά γι`
αυτόν που βλέπει την οικοδομή από την ανωτέρω οδό. Οι θέσεις αυτές ήδη
χρησιμοποιούνται από τους παραπάνω διαδίκους, ήδη δε επαναλαμβάνονται με το
προτεινόμενο από τους ενάγοντες σχέδιο κανονισμού.

Η ρύθμιση των θέσεων στάθμευσης, που προτείνουν οι ενάγοντες με το σχέδιο
κανονισμού που κατά ένα μεγάλο μέρος της, όπως προαναφέρθηκε, επαναλαμβάνει
και δεν θίγει προηγούμενες υπάρχουσες ρυθμίσεις, είναι κατά την κρίση του
δικαστηρίου η καλύτερη και πλέον συμφέρουσα για τους συνιδιοκτήτες της
οικοδομής λύση. Πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα της στάθμευσης των
αυτοκινήτων σε πολυκατοικίες, που έχουν κτισθεί με το σύστημα της πιλοτής,
είναι πολύπλοκο και ακανθώδες και δεν μπορεί να αφήνεται στη διακριτική
ευχέρεια των συνιδιοκτητών, να αντιμετωπίζουν τα εκάστοτε προβλήματα που
εμφανίζονται με γενικές συνελεύσεις ή με προσφυγή στα δικαστήρια. Αντίθετα,
το θέμα αυτό μπορεί να λυθεί ευχερώς μόνο με τον κανονισμό, είτε
συντασσόμενο, εφόσον υπάρχει παμψηφία, βάσει των άρθρων 4 και 13 του ν.
3741/1929, είτε, σε αντίθετη περίπτωση, βάσει του άρθρου 9 του ν. 1562/1985,
όπως στην προκείμενη περίπτωση, που καθιέρωσε ο νομοθέτης ακριβώς για να
παρακάμψει τον σκόπελο της παμψηφίας. Η τροποποίηση που προτείνει ο πρώτος
εναγόμενος, με την οποία κανένα από τα διαμερίσματα να μην έχει την
αποκλειστική χρήση συγκεκριμένης θέσης, αλλά να γίνεται χρήση μόνον τριών
θέσεων στάθμευσης στην πιλοτή της οικοδομής και καθόλου στον ακάλυπτο χώρο
αυτής, στις θέσεις δε της πιλοτής ζητά να εναλλάσσονται ανά δίμηνο οι
συνιδιοκτήτες της οικοδομής, θέμα που εφόσον δεν ρυθμίζεται από τον κανονισμό
κατ` ανάγκη θα συζητείται από τη γενική συνέλευση των συνδιοκτητών και θα
λαμβάνεται κάθε φορά απόφαση σχετικά με τη χρήση και κυρίως την εναλλαγή των
θέσεων στάθμευσης των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής, που κατά τον πρώτο
εναγόμενο θα είναι μόνον τρεις, χωρίς να ορίζεται από τούδε πού θα σταθμεύουν
οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες τα οχήματα τους, όχι μόνον περιπλέκει τα πράγματα,
αλλά ουσιαστικά αχρηστεύει στην πράξη τον πιο πάνω κανονισμό, ως προς την πιο
πάνω βασικότατη διάταξη του, του οριστικού διακανονισμού των θέσεων
στάθμευσης, που αποτελεί και έναν από τους βασικότατους σκοπούς αυτού (ratio
legis), όπως και όλων των κανονισμών των οικοδομών, που κτίσθηκαν με το
σύστημα της πιλοτής και επαναφέρει το θέμα αυτό και πάλι στη θέληση των
συνιδιοκτητών, να το ρυθμίζουν με γενικές συνελεύσεις, με τις γνωστές έριδες
και διαφωνίες, αυτό ακριβώς που ήθελαν να αποφύγουν οι ενάγοντες με τη
σύνταξη του προτεινόμενου κανονισμού. Άλλωστε και οι υπόλοιποι εναγόμενοι,
πλην του πρώτου, παρόλο που δεν συνέπραξαν, συμφώνησαν και με τη ρύθμιση
αυτή, κρίνοντας την συμφέρουσα για όλους, όπως και όλο τον πιο πάνω
κανονισμό.

Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 5 του προτεινόμενου κανονισμού πρέπει να
παραμείνει ως έχει, απορριπτόμενης κατ` ουσίαντης τροποποιήσεως αυτού, που
πρότεινε ο πρώτος εναγόμενος. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του πιο πάνω κανονισμού,
προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι "απαγορεύεται το άπλωμα των ρούχων σε σύρματα
έξω από τα κάγκελα των μπαλκονιών. Το στέγνωμα των ρούχων θα γίνεται σε
πτυσσόμενες απλώστρες, εντός των μπαλκονιών". Ο πρώτος εναγόμενος προτείνει
να τροποποιηθεί ο όρος αυτός, ώστε να επιτρέπεται το στέγνωμα των ρούχων και
σε σύρματα έξω από τα κάγκελα των μπαλκονιών, σε όσα μπαλκόνια δεν μπορεί να
τοποθετηθούν χωρίς βλάβες των μαρμάρων πτυσσόμενες απλώστρες. Ωστόσο ο
σχετικός όρος του προτεινόμενου κανονισμού πρέπει να διατηρηθεί ως έχει,
καθόσον στην έννοια της απόλυτης χρήσης των κοινοχρήστων και κοινό κτήτων
μερών της οικοδομής εμπεριέχεται και το δικαίωμα εμφάνισης του οικοδομήματος
κατά τρόπο που δεν προσκρούει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του
(ΑΠ 1349/1990, ΕλλΔνη 33.324, ΑΠ 121/1993, ΕλλΔνη 36.1135, ΑΠ 71.1996, ΕλλΔνη
37.1603, ΑΠ 922/1998, ΕλλΔνη 39.1608). Επομένως και η διάταξη αυτή πρέπει να
παραμείνει ως έχει, απορριπτόμενης κατ` ουσίαν της τροποποιήσεως αυτού, που
πρότεινε ο πρώτος εναγόμενος. Τέλος, στο άρθρο 2 του προτεινόμενου
κανονισμού, αναφέρεται ότι "στο ισόγειο από την οδό Δ., υπάρχει μία αποθήκη
με τα υδρόμετρα της οικοδομής, καθώς και πιεστικό μηχάνημα", ενώ στο άρθρο 5
αναφέρεται ότι "θα τοποθετηθεί από όλους τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων
πιεστικό μηχάνημα σε κατάλληλο σημείο των υδρομέτρων, για την καλή παροχή
νερού σε όλα τα διαμερίσματα". 0 πρώτος εναγόμενος ζητά ν` απαλειφθούν οι πιο
πάνω διατάξεις του προτεινόμενου κανονισμού. Όπως προκύπτει από το άρθρο 38
του κανονισμού της ΕΥΑΘ Α.Ε., που εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. 212/2000 πράξη
του διοικητικού συμβουλίου της ΕΥΑΘ Α.Ε., που επικυρώθηκε με την υπ` αριθμ.
7507/2000 απόφαση του Υπουργού Μακεδονίας - Θράκης, δεν επιτρέπεται η
εγκατάσταση, μέσα στο χώρο υδρομέτρων, πιεστικού μηχανήματος για λόγους που
σχετίζονται με την ασφάλεια των ενοίκων της οικοδομής και των υπαλλήλων της
ΕΥΑΘ (κίνδυνος ηλεκτροπληξίας), αλλά και την ανεπηρέαστη λειτουργία των
υδρομέτρων, ενώ για τους παραβάτες προβλέπεται διακοπή της υδροληψίας μέχρι
την απομάκρυνση του πιεστικού μηχανήματος, ύστερα από έγγραφη προθεσμία 30
ημερών. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει, κατά μερική κατ` ουσίαν παραδοχή της
πιο πάνω πρότασης του πρώτου εναγομένου, ν` απαλειφθούν τα παραπάνω σημεία
των άρθρων 2 και 5 του προτεινόμενου κανονισμού, που αφορούν την τοποθέτηση
πιεστικού μηχανήματος, αφού αυτό, αφενός απαγορεύεται, αφετέρου εγκυμονεί
κινδύνους, το σχετικό δε χωρίο του άρθρου 2 πρέπει να διατυπωθεί ως εξής:
"στο ισόγειο από την οδό Δ., υπάρχει μία αποθήκη με τα υδρόμετρα της
οικοδομής", ενώ το πιο πάνω χωρίο του άρθρου 5 πρέπει ν` απαλειφθεί εξ
ολοκλήρου. Ως προς τις λοιπές διατάξεις του προτεινόμενου κανονισμού, τόσο ο
πρώτος εναγόμενος, όσο και οι λοιποί εναγόμενοι συνομολογούν την αγωγή και
δεν προτείνουν κανένα αντίθετο ισχυρισμό. Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω,
το δικαστήριο κρίνει ότι, κατά μερική κατ` ουσίαν αποδοχή της αγωγής, πρέπει
να καταρτισθεί κανονισμός και ειδικότερα να εγκριθεί το κατατεθέν σχέδιο
κανονισμού της οικοδομής, για το οποίο συντάχθηκε η υπ` αριθ. 9705/2001 πράξη
της συμβολαιογράφου θεσσαλονίκης θ. Μ., τροποποιημένο όμως ως προς τα άρθρα 2
και 5, σύμφωνα με τα παραπάνω.

Επομένως, όσον αφορά την έφεση του πρώτου εναγομένου, με την οποία αυτός
παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν δέχθηκε καθ` ολοκληρίαν, αλλά
μερικά μόνον, την προτεινόμενη από αυτόν τροποποίηση του άρθρου 5 του
προτεινόμενου από τους ενάγοντες κανονισμού, που αφορά τη στάθμευση των
αυτοκινήτων των ιδιοκτητών της επίδικης οικοδομής στα κοινόχρηστα και
κοινόκτητα μέρη της οικοδομής (πιλοτή και ακάλυπτο χώρο), καθώς και την
τροποποίηση του άρθρου 5, που προβλέπει τον τρόπο που θα γίνεται το άπλωμα
και στέγνωμα των ρούχων, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν
πρέπει να γίνουν δεκτές οι παραπάνω τροποποιήσεις, παρά μόνον η πρώτη μεν εν
μέρει - ενώ το παρόν δικαστήριο έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει καθ` ολοκληρία
δεκτή και η δεύτερη, όπως και το παρόν δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και
έκρινε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως του πρώτου εναγομένου
είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς και η έφεση αυτή στο σύνολο της.

II. 1470/2002 ΑΠ (317753)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΝΟΒ 2003/1039)
Συνιδιοκτησία επί ακινήτων. Η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών (60% τουλάχιστον)
δύναται να ζητήσει δικαστικώς την κατάρτιση κανονισμού για τον καθορισμό των
σχέσεων των συνιδιοκτητών, εφόσον τέτοιος δεν υπάρχει.
Προθεσμία ασκήσεως όλων των ενδίκων μέσων κατά της οριστικής απόφασης που
εκδίδεται με αυτήν τη διαδικασία. Ειδικότερα η προθεσμία της ασκήσεως της
αναιρέσεως. Κρίση ότι η ειδικότερη προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως
δεν είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και στις σχετικές διατάξεις της ΕΣΔΔ. Στη
σχετική δίκη δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας.
Απορρίπτεται η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου
ασκήσεως αυτής. (Επικυρώνει την 430/2002 ΕφΑθ).

Α.Ζ.
Αριθμός 1470/2002
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο, Παύλο
Μεϊδάνη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Αθανάσιο Κρητικό, και Ανάργυρο Πλατή,
Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2002, με
την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:.................... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον
πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πετρόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: .......................οι οποίες παραστάθηκαν με τον
πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Ρουμελιώτη και ............ η οποία δεν
παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουλίου 1997 αγωγή των ήδη τριών πρώτων
αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι
αποφάσεις: 3517/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6187/1999 μη οριστική
και 5764/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από αναίρεση η 1389/2001
του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε εκ νέου η υπόθεση για περαιτέρω
εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 430/2002 απόφασή του. Την
αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12
Μαρτίου 2002 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι
διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 4ης αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο
πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κρητικός ανάγνωσε την από 2
Σεπτεμβρίου 2002 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των
λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων
ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των παραστάντων
αναιρεσίβλητων την απόρριψή της ενώ πρόβαλε και την ένσταση της απαράδεκτης
άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ο
πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε εκ νέου το λόγο από τον Πρόεδρο,
ισχυρίσθηκε ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και ζήτησε την
απόρριψη της ως άνω ένστασης. Στη συνέχεια καθένας πληρεξούσιος ζήτησε την
καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους τρεις πρώτους
αναιρεσίβλητους 6911/21.5.2002 ( από παραδρομή αναφέρεται 2001) έκθεση
επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών
Πανωραίας Κουτσιούμπα προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από
12.3.2002 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου για την
οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη
συνεδρίαση αυτή με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου των τριών πρώτων
αναιρεσιβλήτων ........ επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τέταρτη
αναιρεσίβλητη ......... Συνεπώς εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά
την προκειμένη συνεδρίαση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την
ερημοδικία της ( άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ.- Η παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν. 1562/1985 ορίζει ότι " αν υπάρχει ήδη
χωριστή κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτισθεί
κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των
συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ` ανάλογη εφαρμογή των
διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτισθεί κανονισμός, εφόσον είναι
αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών". Στις αναλόγως
εφαρμοζόμενες διατάξεις περιλαμβάνεται και η της παρ. 3 του άρθρου 3 του
ίδιου παραπάνω νόμου, που ορίζει ότι " η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας,
έφεσης, αναψηλάφησης και αναίρεσης είναι οκτώ (8) ημέρες, εάν ο δικαιούμενος
στην άσκησή τους διαμένει στην ημεδαπή και δεκαπέντε (15) ημέρες, αν διαμένει
στο εξωτερικό ή έχει άγνωστη διαμονή". Η οριζόμενη με το παραπάνω άρθρο
προθεσμία των οκτώ (8) ημερών για την αναίρεση δικαιολογείται από την
απλότητα των σχετικών υποθέσεων που εκδικάζονται σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο
και από την ανάγκη ταχείας επιλύσεως της διαφοράς, που υφίστανται μεταξύ των
συγκυρίων. Η προθεσμία αυτή ως ειδική επικρατεί της προθεσμίας δεκαπέντε (15)
ημερών, που σύμφωνα με το άρθρο 652 Κ.Πολ.Δ. γενικώς ισχύει για τις διαφορές
του άρθρου 17 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αλλά και της γενικής προθεσμίας των
τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 564 Κ.Πολ.Δ.
για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Η οριζόμενη από το άρθρο 3 παρ. 3 του
Ν. 1562/1985 προθεσμία των οκτώ (8) ημερών δεν είναι αντίθετη ούτε στο άρθρο
20 παρ. 1 του Συντάγματος που γενικώς εξασφαλίζει υπό τους όρους του νόμου το
δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1
της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη. Τα
συμβαλλόμενα στη Σύμβαση αυτή Κράτη - μέλη δεν κωλύονται να εξαρτήσουν από
ορισμένες προϋποθέσεις την άσκηση των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων ( αξία
αντικειμένου δίκης, υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, ορισμένος τύπος, τήρηση
προθεσμίας). Ούτε κωλύεται από την Σύμβαση αυτή ο εθνικός νομοθέτης να
διαφοροποιήσει την προθεσμία των ενδίκων μέσων κατά κατηγορίες υποθέσεων με
βάση τις κρίσιμες γι` αυτόν αξιολογικές σταθμίσεις. Συνεπώς δεν μπορεί να
θεωρηθεί ως αντίθετη είτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος είτε στο άρθρο 6 παρ.
1 της ΕΣΔΑ η ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν. 1562/1985, που ορίζει σε οκτώ
(8) ημέρες την προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε
σύμφωνα με το νόμο αυτό, ώστε αντ` αυτής να ισχύσει η γενική προθεσμία των
(30) ημερών που προβλέπεται για την άσκηση αναιρέσεως από το άρθρο 564 παρ. 1
Κ.Πολ.Δ. Η οριζόμενη στο άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 1562/1985 για την αναίρεση
προθεσμία των οκτώ (8) ημερών αρχίζει, σύμφωνα με τη γενική κατά τούτο
διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 564 Κ.Πολ.Δ., από την επίδοση της
προσβαλλόμενης αποφάσεως. Όταν μάλιστα πρόκειται περίπτωση αναγκαστικής
ομοδικίας ( Κ.Πολ.Δ. 76), όπως συμβαίνει στη διαφορά του άρθρου 9 του Ν.
1562/1985, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η
επίδοση της αποφάσεως του Εφετείου που γίνεται σε όλους τους εκκαλούντες, των
οποίων απορρίφθηκε η έφεση, μ επιμέλεια ορισμένων από τους εφεσιβλήτους θέτει
σε κίνηση την προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως και υπέρ των υπολοίπων με
αποτέλεσμα η εκπρόθεσμη άσκηση από τους εκκαλούντες της αιτήσεως αναιρέσεως
να ισχύει έναντι όλων των εφεσιβλήτων. Στην προκειμένη περίπτωση από τα
επιτρεπτώς κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από τον Άρειο Πάγο εκτιμώμενα
έγγραφα προκύπτουν τα παρακάτω: Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά
της 430/2002 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και κατά των .......,
που υπήρξαν εφεσίβλητοι στην έφεση των ήδη αναιρεσειόντων στην
ενώπιον του Εφετείου δίκη. Η μνημονευόμενη απόφαση, με παραγγελία του
δικηγόρου Διον. Ρουμελιώτη, ενεργήσαντος ως πληρεξουσίου των τριών πρώτων
αναιρεσιβλήτων, επιδόθηκε νομίμως σε καθένα από τους ήδη αναιρεσείοντες
κατοίκους ημεδαπής κατά το χρόνο της επιδόσεως αλλά και κατά την άσκηση της
αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες
εκθέσεις επιδόσεως, ως ακολούθως: 1) στην .............. στις
13-2-2002 (βλ. την 6839 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας
του πρωτοδικείου Αθηνών Πανωραίας Κουτσιούμπα), 2) στην ........ στις 13-2-
2002 (βλ. την 6840 έκθεση
επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας), 3) στην ..... στις 20-2-2002
(βλ. την 10518 Γ έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου
δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Θεσ/νίκης Αριστ. Ζαφειρίου), 4) στον
.......... στις 13-2-2002 (βλ. την 6842 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας
δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Αθηνών Πανωραίας Κουτσιούμπα με τις
συνημμένες κατ` άρθρο 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αποδείξεις παραλαβής και καταθέσεως
με χρονολογία, αντιστοίχως, 13-2-2002 και 14-2-2002) και 5) στην ...... στις
13.2.2002 (βλ. την 6841 έκθεση επιδόσεως της
ίδιας δικαστικής επιμελήτριας με τις συνημμένες κατ` άρθρο 128 παρ. 4
Κ.Πολ.Δ. αποδείξεις παραλαβής και καταθέσεως με χρονολογία, αντιστοίχως, 13-
2-2002 και 14-2-2002). Η κρινόμενη όμως αίτηση αναιρέσεως κατά της μνησθείσας
αποφάσεως ασκήθηκε στις 14-3-2002, όπως προκύπτει από την πράξη καταθέσεως
του αρμοδίου επί των ενδίκων μέσων γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Δηλαδή
ασκήθηκε μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο εφαρμοστέο άρθρο 3 παρ. 3 του
Ν. 1562/1985 προθεσμίας των οκτώ (8)ημερών από την επομένη των επιδόσεων
ημέρα. Επομένως η αναίρεση είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη έναντι
όλων των αναιρεσίβλητων, καθόσον προκειμένης αναγκαστικής ομοδικίας
προκυπτούσης από το άρθ. 3 παρ. 1 του Ν. 1562/1985 η τεθείσα σε κίνηση άνω
προθεσμία ωφελεί και την αναγκαστικά ομόδικο τέταρτη αναιρεσίβλητη. Το
παραπάνω απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ( άρθρο
577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) αλλά και προτάθηκε από τους παραστάντες αναιρεσίβλητους.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να
απορριφθεί για τον άνω λόγο και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα
δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2002 αίτηση για αναίρεση της 430/2002 αποφάσεως του
Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων
αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου2002. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, στις 9 Οκτωβρίου 2002.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

GOOGLE+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις