Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

ΜΕΤΑΧΡΟΝΟΛΟΓΗΜΕΝΗ

727/2014 ΕΙΡ ΑΘ ( 618305)


(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Αγωγή κομιστή ακάλυπτης επιταγής που στρέφεται κατά του νομίμου εκπροσώπου Α.Ε. Βάσιμη η αγωγή κατ αρθρ. 914, 297, 298, 299ΑΚ, 79 παρ.1 και 5 όπως αντικαταστάθηκε με αρθρ. 1 ν.δ 1325/72 και η παρ. 5 τροποποιήθηκε με αρθρ. 22 Ν. 2721/99 και αντικατ. με αρθρ. 15 παρ.3 Ν. 3472/06 και αρθρ.3 παρ.1, 12, 14, 17 παρ.1, 19 παρ.1, 47 παρ.2 του Ν. 5960/33 και 68 71 ΑΚ, 907, 908, 176, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.Απορρίπτει παρεπόμενα αιτήματα επιδίκασης τόκων από την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και καταδίκης του εναγομένου σε προσωπική κράτηση, ως μη νόμιμα. 

Το ότι η εκδότρια της επιταγής ΑΕ, που εκπροσωπεί ο εναγόμενος ζήτησε το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής, με βάση αρθρ. 99-104 του Ν. 3588/07 και εκδόθηκε επί αυτής η 1023/10 απόφαση του ΠΠρΑθ, που διέταξε το άνοιγμα και απαγόρευσε την ατομική ή συλλογική εκτέλεση κατά της ΑΕ, μέχρι την έκδοση απόφασης επικύρωσης συμφωνίας από το πτωχευτικό δικαστήριο, δεν καταλαμβάνει και τον εναγόμενο. Φύση των παραπάνω διατάξεων. Δεν απαιτείται αναφορά στην αγωγή, ότι η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη. Η γνώση του εναγομένου, ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα στο λογαριασμό της εκδότριας ΑΕ για πληρωμή της επιταγής δεν αναιρείται, εκ του ότι όταν εκδόθηκε η επιταγή υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό. Ο νόμος προσβλέπει στην πληρωμή της επιταγής που δεν πληρώθηκε και συνεπώς εξομοιώνεται με εξαρχής ακάλυπτη. Η γνώση τεκμαίρεται και δεν απέδειξε ο εναγόμενος ότι δεν γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων κατά την νόμιμη κι εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή.


Αριθμός 727/2014

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως ΕΛΕΝΗΣ ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23/09/2013, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ :
TΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Της εταιρείας με την επωνυμία ...... που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .... , που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Κων/νου Μπουρτζαλά.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ........... , κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, οδός ........ αριθ. .. , που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου του Μπαρμπούρη Ευάγγελου.
Η ενάγουσα,με την από 06/11/2011 και αριθ. Κατ. 4353/2011 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας ζήτησε τα κατ αυτήν. Δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Προσκομίστηκαν δε τα υπ αριθ. 28068295/26.09.13 και 03540943/26.09.13 γραμμάτια προείσπραξης του Δ.Σ.Α, όπως και τα υπ αριθ. 210664, 210663, 380562/26.09.13 σειρά Α αγωγόσημα ποσού 40,00€, 40,00€ και 1,00€ αντίστοιχα, όπως απαιτείται για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, με επικολλημένα επί αυτού τα αντίστοιχα ένσημα υπέρ Τ.Ν και ΤΠΔΑ.Για την προκείμενη συζήτηση της αγωγής και μετά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, το Δικαστήριο αφού, Άκουσε όσα αναπτύχθηκαν στο ακροατήριο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ   ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του αρθρ. 914 Α.Κ, κατά την οποία, όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το αρθρ. 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται, με τις προβλεπόμενες σ’ αυτό ποινές, εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των αρθρ. 297, 298 και 914 επ Α.Κ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από τα αρθρ. 914 επ Α.Κ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή,από τα αρθρ. 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή, που προκρίνει.
Ο δόλος του εκδότη, που αρκεί να είναι και ενδεχόμενος, υπό την έννοια της «ενδεχόμενης γνώσης του» και αποδοχής των αποτελεσμάτων, που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ενώ δεν υπάρχουν κατατεθειμένα στον λογαριασμό του στον πληρωτή τα απαιτούμενα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της, κατά το χρόνο έκδοσής της ή κατά το χρόνο εμφάνισής της, με συνέπεια να μη πληρωθεί αυτή,κατά τη νόμιμη εμφάνισή της για πληρωμή, προκύπτει, σύμφωνα με το αρθρ. 79 του ν. 5460/1933 όπως ισχύει, από μόνο το ίδιο το γεγονός της μη πληρωμής της επιταγής, εξαιτίας της έλλειψης χρηματικών διαθεσίμων στο λογαριασμό του εκδότη. Με συνέπεια, να θεωρείται τελεσμένο το αδίκημα, μόλις συμβεί το γεγονός της έκδοσης της ακάλυπτης επιταγής ή της μη πληρωμής της. Πρόκειται για ιδιώνυμο «τυπικό» αδίκημα, που η υποκειμενική του υπόσταση (του δόλου) πληρούται από μόνη την πράξη του εκδότη. Αιτιολογείται, διότι θεσπίστηκε χάριν ασφαλείας των συναλλαγών από την κυκλοφορία των πιστωτικών τίτλων, που θεωρούνται χρηματόγραφα και εξαιτίας της ανάγκης να πληρούται η εμπιστοσύνη των συναλλασσομένων με αυτά. Η γνώση του εκδότη δεν απαιτείται, να υπάρχει ως στοιχείο του εγκλήματος, σύμφωνα με την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, που διαγράφεται στο νόμο (όπως συμβαίνει σε άλλα αδικήματα, που απαιτείται η γνώση ως πρόσθετο στοιχείο της), αλλά τεκμαίρεται και για το λόγο αυτό δεν απαιτείται, να προσδιορίζεται ειδικά στη δικαστική απόφαση, με αναφορά περιστατικών που αιτιολογούν αυτή τη γνώση (ΑΠ 88/2013, Νόμος, ΑΠ 42/1992, ΕλλΔνη 33, 687- ΑΠ177/1994, ΠοινΧρον ΚΔ 505). Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής, να απαλλαγεί της ευθύνης του, επικαλούμενος αόριστη έλλειψη πραγματικής γνώσης του, για την έλλειψη ικανών διαθεσίμων στο λογαριασμό του, προς πληρωμή της επιταγής. Η πράξη του παραμένει παράνομη και υπαίτια, εφόσον δεν υπάρχει κάποιο τέτοιο συμβάν, που να καθιστά «αδύνατη» ακόμη και την ενδεχόμενη γνώση του, είτε κατά την έκδοση της επιταγής, είτε κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή.
Σύμφωνα με την έννοια της διάταξης του αρθρ. 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτά καθηκόντων και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση. Στην περίπτωση που η πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση, τότε ευθύνεται σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο και το όργανο. Ειδικότερα, επί Ανωνύμου Εταιρείας, οι διοικούντες αυτή δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη, της εταιρείας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη τους από αδικοπραξία, κατά το αρθρ. 914 ΑΚ και στην περίπτωση αυτή κάμπτεται η αρχή της μη ευθύνης.
Επειδή, από τις διατάξεις του αρθρ. 1047 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκαν με το αρθρ. 62 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 165/25.07.11), δεν επιτρέπεται προσωπική κράτηση για απαιτήσεις, που είναι μικρότερες από 30.000,00€. Σύμφωνα, δε, με το αρθρ. 72 παρ.12 του παραπάνω νόμου, όπως ισχύει, ο νόμος εφαρμόζεται και επί αγωγών, που ήταν εκκρεμείς κατά τη δημοσίευσή του. Αυτό έχει ως συνέπεια, το αίτημα περί προσωπικής κράτησης, για απαίτηση μικρότερη των 30.000,00€, να είναι μη νόμιμο, σε όσες αγωγές ήταν μεν εκκρεμείς πριν την έκδοση του νόμου, αλλά εκδικάζονται μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου (ΕφΔωδ 101/2012, Νόμος).
Με την προκείμενη αγωγή της, με τα σ αυτή εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, επιδιώκει η ενάγουσα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, που εξέδωσε ακάλυπτη επιταγή, ποσού 10.000, 00€, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «.........» και το διακριτικό τίτλο «.........» που εδρεύει στο Αυλάκι Στυλίδος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, εν γνώσει ότι ήταν ακάλυπτη και για το λόγο αυτό δεν πληρώθηκε, παρά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη εμφάνισή της, από την ίδια, που είναι και η νόμιμη κομίστριά της, να της καταβάλλει το παραπάνω ποσό εξαιτίας της ζημίας, που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, νομιμοτόκως από την εμφάνιση της επιταγής στην τράπεζα, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση, που θα εκδοθεί, προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση, ως μέσο εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως, και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.
Έτσι έχουσα η αγωγή, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται στο δικαστήριο αυτό (αρθρ. 1, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 παρ.1α, 22 και 35 όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει, Κ.Πολ.Δ), είναι νόμιμη, με βάση τις διατάξεις των αρθρ. 914, 297, 298, 299 ΑΚ 79 παρ.1 και 5, όπως αντικαταστάθηκαν, με αρθρ. 1 του νδ 1325/72 και η παρ.5, που είχε προστεθεί με την παρ.1 εδ.α αρθρ. 4 του ν. 2408/96, τροποποιηθεί, με αρθρ. 22 του Ν.2721/99, αντικαταστάθηκε, με αρθρ. 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, αρθρ. 3 παρ.1, 12, 14, 17 παρ.1, 19 παρ.1, 47 παρ.2 του Ν. 5960/1933 και αυτές των αρθρ. 68 71ΑΚ και 907, 908, 176, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, σε όλα αυτής τα λοιπά αιτήματα, εκτός από τα παρεπόμενα αιτήματα: 1)επιδικάσεως τόκων από την επόμενη της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, που πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Το αίτημα αυτό προσήκει, όταν ασκείται η αξίωση εκ της επιταγής (αρθρ 45, αριθ. 2 του Ν. 5960/1933), όχι δε και εκ της αδικοπραξίας, διότι κατ` αυτή τόκοι επιδικάζονται από την όχληση, όχι από την έκδοση της επιταγής, ή την εμφάνιση αυτής (επιταγής) προς πληρωμή ή και την πληρωμή. Η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή δεν αποτελεί όχληση (ΕφΑθ 1198/1990, ΕλλΔνη 32, 1075- ΕφΔωδ 290/2001, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2002, 720- ΕφΘεσσαλ 171/1995, ΔΕΕ 1995, 531- ΕφΠατρ). 2) Παράλληλα, απορριπτέο, ως μη νόμιμο είναι και το αίτημα περί προσωπικής κράτησης της εναγομένης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, εφόσον η απαίτηση είναι μικρότερη των 30.000,00€. Περαιτέρω, θα πρέπει, να εξεταστεί και στην ουσία της η αγωγή, για να αποδειχτεί και η κατ αυτή βασιμότητά της, εφόσον για το παραδεκτό της συζητήσεώς της καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη χαρτοσήμου και τα υπέρ τρίτων ένσημα, καθώς και το ένσημο, στο οποίο υποβάλλεται το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής.
Από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τους ισχυρισμούς και τις ομολογίες τους, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους, την προσκόμιση της επιταγής και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, τα εξής: Ο εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία «..............» και διακριτικό τίτλο «............», που εδρεύει στο Αυλάκι Στυλίδας και εκπροσωπείται νόμιμα, εξέδωσε στην Αθήνα μια επιταγή, με αύξοντα αριθ. 20169667-3, με ημερομηνία εκδόσεως 31/10/09, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία .............. », ποσού δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), πληρωτέα στην τράπεζα .......... , από τον υπ αριθ. ............. ............. λογαριασμό, που τηρεί ο εναγόμενος εκδότης στην Τράπεζα αυτή στο υποκατάστημα Ομονοίας. Η εταιρεία, σε διαταγή της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω επιταγή, την οπισθογράφησε προς την ενάγουσα η οποία και κατέστη νόμιμη κομίστρια και την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα εμπρόθεσμα, στις 05/11/09, αλλά δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Το γεγονός αυτό, της μη πληρωμής, βεβαιώθηκε κι αναγράφηκε στο σώμα της επιταγής. Η εκδότρια εταιρεία τέλος, με βάση την από 20/08/10 αίτησή της προς το Πολ.Πρωτ. Αθηνών, ζήτησε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, με βάση τα αρθρ. 99- 104 του Ν. 3588/2007 και επί αυτής εκδόθηκε η υπ αριθ. 1023/2010 απόφαση, που διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και απαγόρευσε, μέχρι την έκδοση της απόφασης της επικυρωτικής της συμφωνίας συνδιαλλαγής, από το πτωχευτικό δικαστήριο, την ατομική ή συλλογική αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της εκδότριας εταιρείας και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της. Με τα παραπάνω άρθρα του νόμου Ν. 3588/07 εισήχθη ο θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Σκοπός του είναι η πρόληψη πτώχευσης του οφειλέτη. Η διαδικασία αυτή είναι συλλογική και συναινετική, που λειτουργεί στα πλαίσια της αυτονομίας της βούλησης των συναλλασσόμενων, αλλά προβλέπεται κατά το νόμο τριπλή παρέμβαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Μία κατά το άνοιγμα της διαδικασίας, μια β για την επικύρωση της συμφωνίας, που θα συναφθεί από τον οφειλέτη, με τους πιστωτές που κατέχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη και μια τρίτη όταν διατάσσεται η λύση της συμφωνίας, λόγω μη τήρησης των όρων. Στα πλαίσια αυτά το δικαστήριο μπορεί, να λάβει μέτρα προς εξασφάλιση της διαδικασίας και του σκοπού της εξαρχής και μέχρι το πέρας της. Ωστόσο, οι περιορισμοί, που τάσσει το δικαστήριο για τον παραπάνω σκοπό, αφενός δεν είναι απόλυτοι, αφετέρου και συνήθως δεν εκτείνονται πέραν της οφειλέτιδος εταιρείας και στους εταίρους, συνοφειλέτες ή εγγυητές (βλ. ΜΠρΘεσσαλ 23377/2012- ΜΠρΘεσσαλ4953/2011-ΜΠρΘεσσαλ 9297/2010- ΜΠρΑθ 1370/2010 Νόμος). Ο εναγόμενος ως εκπρόσωπος της εκδότριας ανωνύμου εταιρείας εξέδωσε την επιταγή, εν γνώσει, ότι δεν διέθετε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, λόγος για τον οποίο και δεν πληρώθηκε αυτή. Εξαιτίας της παραπάνω υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου, που είναι και ο ίδιος σε ολόκληρο υπαίτιος, εκτός από την ίδια την εταιρεία, η ενάγουσα υπέστη ζημία, ύψους δέκα χιλιάδων ευρώ (10.00,00 €), όσο δηλαδή και το ποσό της επιταγής, που δεν πληρώθηκε, και δεν έλαβε η ενάγουσα την νόμιμη απαίτησή της. Συνεπώς, είναι υπόχρεος σε ανόρθωση της ζημίας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στη μείζονα πρόταση.Οι αντίθετες ενστάσεις του εναγομένου, ότι η αγωγή είναι αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται ότι η επίδικη επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη, όπως και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων στο λογαριασμό της εκδότριας, διότι όταν εκδόθηκε η επιταγή υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρεται, ότι η επιταγή, που δεν πληρώθηκε, παρά την νόμιμη και εμπρόθεσμη εμφάνισή της προς πληρωμή, ήταν μεταχρονολογημένη. Γιατί κάτι τέτοιο δεν ορίζεται στο νόμο και δεν ορίζεται ακριβώς λόγω της ανάγκης, που οδήγησε στην παραπάνω ρύθμιση και ήταν η ύπαρξη εμπιστοσύνης των συναλλασσόμενων στους πιστωτικούς τίτλους, που αποτελούν χρηματόγραφα, όπως αναφέρθηκε. Οσον αφορά την β ένσταση το γεγονός ότι όταν εκδόθηκε η επιταγή δεν ήταν ακάλυπτη, αλλά υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα στο λογαριασμό του εκδότη, δεν αίρει την ευθύνη του παραπάνω νομίμου εκπροσώπου της εκδότριας. Γιατί, ναι μεν αποδεικνύει ο εναγόμενος την ύπαρξη διαθεσίμων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας κατά την ημερομηνία έκδοσης και παράδοσης της επιταγής, στις 16/12/08 (με προσκόμιση της κίνησης του λογαριασμού και της ημερομηνίας επίδοσης της επιταγής), αλλά αυτό δεν αρκεί. Ο νόμος προσβλέπει στην πληρωμή της επιταγής και μόνο. Γι αυτό και τίθενται δύο χρονικά διαστήματα, ως προς το πότε θεωρείται αυτή «ακάλυπτη». Τα διαστήματα τίθενται διαζευκτικά κι αφορούν είτε την στιγμή της «έκδοσης» της επιταγής, είτε τη στιγμή της «εμφάνισης προς πληρωμή». Εξ` αυτού συνάγεται, ότι ο νομοθέτης θεωρεί εξίσου ακάλυπτη την επιταγή, κατά οποιοδήποτε από αυτά τα χρονικά διαστήματα. Για τον ίδιο λόγο, εξάλλου, κι η ανάκληση της επιταγής μέσα στο 8ημερο, που μπορεί να εμφανιστεί προς πληρωμή, εξομοιώνεται με έκδοση ακάλυπτης επιταγής (βλ. ενδ. ΑΠ 343/2013, Νόμος). Περαιτέρω, ο εναγόμενος δεν αιτιολογεί την έλλειψη γνώσης του κατά την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, εξ ου και δεν αναιρείται η ενδεχόμενη γνώση του, ούτε αίρεται η υπαιτιότητά του.
Τέλος, το γεγονός της έναρξης του σταδίου συνδιαλλαγής και της απαγόρευσης αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους των πιστωτών, ατομικά ή συλλογικά κατά της οφειλέτριας εταιρείας, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο εναγόμενος, δεν καθιστά μη νόμιμη την εναντίον του εκτέλεση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και δεν κάνει μη νόμιμο το αίτημα περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής.
Κατ` ακολουθία, απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών κι ενστάσεων του εναγομένου, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και ως βάσιμη στην ουσία της, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00€) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικ. δαπάνης του ενάγοντα, κατά αρθρ. 176, 189, 191 Κ.Πολ.Δ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει, όσα κρίθηκαν απορριπτέα
Δέχεται την αγωγή.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο, να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00€), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως.
Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή.
Καταδικάζει τον εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, την οποία ορίζει στα διακόσια ογδόντα επτά ευρώ (287,00 €).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2014, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, ενώ απουσίαζαν οι διάδικοι.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗ ΕΛΕΝΗ

Ρ.Κ.


GOOGLE+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις