Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

489/2013 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 602825)


(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Αλλοδαποί. Εκδοση αλλοδαπού. Αίτημα εκδόσεως Ρώσου υπηκόου στις αρχές του κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Πολιτικοί πρόσφυγες. Ποινική Δικονομία. Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών. Εφεση ενώπιον του ΑΠ κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο και γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης. Περιεχόμενο αιτήσεως.

Προϋποθέσεις εκδόσεως. Διττό αξιόποινο. Τρομοκρατία και διακεκριμένη περίπτωση οπλοχρησίας.
Περιπτώσεις απαγορεύσεως εκδόσεως. Πολιτικοί πρόσφυγες - δίωξη για πολιτικές πεποιθήσεις.
Αναγνώριση του αιτούντος (Τσετσένος) ως πολιτικού πρόσφυγα από τη Γενική Επιτροπεία για τους πρόσφυγες. Σύμβαση της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων. Καίτοι διατελεί σε εξαιρετικό καθεστώς διεθνούς προστασίας ως πρόσφυγας, δεν προέκυψε ότι η έκδοσή του αποβλέπει στη δίωξή του για τις πολιτικές πεποιθήσεις του, αλλά ότι οι αξιόποινες πράξεις του είναι του κοινού ποινικού δικαίου. Επιπλέον δεν ισχυρίζεται ότι του έχει χορηγηθεί το δικαίωμα ασύλου από το ελληνικό κράτος. Απορρίπτει έφεση.


Αριθμός 489/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 και 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου A. L. (όνομα) C. ή K. (επώνυμο) του L. και A., γεν. στο χωριό ... της περιοχής ... της Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσετσενίας και Ινγκουσετίας (πρώην ονομασία), στις 10-9-1979, υπήκοος Ρωσίας, κάτοικος ... (πόλη ...) και ήδη κρατουμένου στη Δ.Φ. Κομοτηνής Ν. Ροδόπης, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Σαριπανίδου, κατά της υπ`αριθμ. 1/2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε τις υπ` αριθμ. 32 και 33 από 24-1-2013 εφέσεις, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτές, οι οποίες συντάχθηκαν ενώπιον των Γραμματέων Σαριπανίδου Σοφίας και Ιωάννη Στεφανάκου του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θράκης και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/2013. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι υπ`αριθμ.32 και 33 από 24-1-2013 εφέσεις του εκκαλούντος εκζητουμένου, κατά της υπ`αριθμ.1/23-1-2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 451 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε 24 ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, με τη σύνταξη εκθέσεως από τον γραμματέα Εφετών, στην οποία, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, οι κρινόμενες δύο εφέσεις του εκκαλούντος -εκζητουμένου C. K. A. L. του L. και Α., Ρώσου υπηκόου, κατά της 1/2013 αποφάσεως (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με το οποίο αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του στις Αρχές του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ασκηθείσες νομοτύπως και εμπροθέσμως την 24/1/2013 (η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται δημοσιευθείσα την 23/1/2013), ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θράκης, είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεξεταστούν κατ` ουσία, συνεκδικαζόμενες, στη βάση της εκτιμήσεως ότι το σύνολο των λόγων τους θεωρείται ενιαίο κείμενο, εφόσον δεν κρίθηκε κάποια από αυτές προηγουμένως, ώστε η δεύτερη να είναι απαράδεκτη (ΑΠ 16/1999, ΑΠ 293/1998, ΑΠ 943/1997). Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2 και 502 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατ` άρθρο 451 παρ. 1 αρμοδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών.



Συνεπώς, οι υπό κρίση εφέσεις θα εξεταστούν μόνον ως προς το βάσιμο των με αυτές προβαλλομένων λόγων. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις από την επικύρωση τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξ άλλου, η από 21/5/1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 1242/1982 και εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεως της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς τη Ρωσική Ομοσπονδία (ΡΟ), αφού δεν καταγγέλθηκε, ούτε από αυτή μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ ( ΑΠ 255/2009, ΑΠ 1906/2008, ΑΠ 293/2004, ΑΠ 155/2000, ΑΠ 2015/2001), ορίζει στα άρθρα 37 και 42 αυτής, τα εξής: 1) Τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαίως πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφος τους, για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των συμβαλλομένων μερών, αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή άλλη βαρύτερη ποινή (άρθρο 37 παρ. 1, και 2 εδ. α), 2) Η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συντάσσεται εγγράφως και να περιλαμβάνει α) την ονομασία του οργάνου από το οποίο προέρχεται η αίτηση, β) το κείμενο του νόμου του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση, που χαρακτηρίζει την πράξη ως έγκλημα, γ) το ονοματεπώνυμο του προσώπου του οποίου ζητείται η έκδοση, πληροφορίες για την υπηκοότητα του, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του και άλλες πληροφορίες για το πρόσωπο του, όπως και, αν είναι δυνατό, περιγραφή της εξωτερικής του εμφανίσεως, φωτογραφία και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, δ) εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας, εφόσον το έγκλημα προκάλεσε υλική ζημία (άρθρο 42 παρ. 1), 3) Στην αίτηση εκδόσεως για άσκηση ποινικής διώξεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που διατάσει προσωρινή κράτηση και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εγκληματική πράξη (άρθρο 42 παρ. 2), 4) Το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση, δεν υποχρεούται να επισυνάψει στην αίτηση εκδόσεως τις αποδείξεις ενοχής του εκζητουμένου (42 παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές της πιο πάνω Συμβάσεως και τη διάταξη του άρθρου 12 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 4165/1961 και από την άλλοτε Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), με νόμο, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 7/11/1966, οι οποίες, εν όψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται η έκδοση αλλοδαπού εκζητουμένου για αξιόποινη πράξη, το Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, δεν συγχωρείται να προβεί στην έρευνα αν υπάρχουν ή όχι στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου ως προς την αποδιδομένη σ` αυτόν κατηγορία, αφού όχι μόνο οι παραπάνω Συμβάσεις δεν διαλαμβάνουν, μεταξύ των δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου, αλλά ρητώς ορίζει το αντίθετο το προαναφερόμενο άρθρο 42 παρ. 3 της διμερούς Σύμβασης (Ν. 1242/1982). Επομένως, ο λόγος της εφέσεως, κατ` εκτίμηση του οποίου προβάλλεται ότι οι κατηγορίες που αποδίδονται στον εκκαλούντα- εκζητούμενο είναι ουσιαστικά αβάσιμες και εσφαλμένως του πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, προεχόντως στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Συμβούλιο εκείνο δεν ερεύνησε, ούτε ήταν επιτρεπτό να ερευνήσει, την ουσία των αποδιδόμενων στον εκκαλούντα κατηγοριών και κατόπιν τούτου, ο σχετικός λόγος εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 38 της παραπάνω Διμερούς Σύμβασης (Ν. 1242/1982), έκδοση δεν λαμβάνει χώρα αν: 1) το πρόσωπο για το οποίο έγινε η αίτηση εκδόσεως είναι υπήκοος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το ποίο απευθύνεται η αίτηση ή πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί από το κράτος αυτό το δικαίωμα του ασύλου, 2) η έκδοση δεν επιτρέπεται από την νομοθεσία του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, 3) το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση διώκεται, κατά την νομοθεσία και των δύο Συμβαλλομένων Μερών, μόνο κατ` έγκληση, 4) κατά τη στιγμή της αιτήσεως η ποινική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση ή η απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω παραγραφής ή για άλλη νόμιμη αιτία ... Εξ άλλου, κατά το άρθρο 438 του ΚΠΔ το οποίο, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο 38 παρ. 2 της ως άνω Διμερούς Συμβάσεως, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, "η έκδοση απαγορεύεται: α) αν εκείνος για τον οποίο ζητείται ήταν ημεδαπός όταν τελέστηκε η πράξη, β) ...., γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό ... ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει την δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, και ε) αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως της παρ. γ του άρθρου 438 του ΚΠΔ, πολιτικοί είναι οι λόγοι, όταν με την έκδοση η Κυβέρνηση του εκζητούντος Κράτους επιδιώκει να εκδικηθεί ή να καταστείλει την αντίδραση πολιτικού της αντιπάλου, εξ αιτίας της αντιθέσεως του προς αυτήν. Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 παρ. 2 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως εκδόσεως δεν χωρεί έκδοση, αν η αξιόποινη πράξη για την οποία αιτείται η έκδοση, θεωρείται από το άλλο μέρος ως πολιτική τοιαύτη ή ως συναφής προς τοιαύτη παράβαση ή αν το καλούμενο προς έκδοση μέρος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει, ότι η αίτηση εκδόσεως, που αιτιολογείται για κάποια παράβαση του κοινού δικαίου, έχει υποβληθεί με το σκοπό διώξεως ή τιμωρίας ατόμου για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα ή ότι η θέση του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλο από τους λόγους αυτούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθέντων μαρτύρων του εκζητουμένου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, από τα οποία τα αλλοδαπά προσκομίζονται προσκομίζονται σε επίσημη μετάφραση, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσαν ο παραστάς εκζητούμενος και η συνήγορος του προφορικώς και με το ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφο υπόμνημα του, προέκυψαν τα εξής: Το Κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας με το υπ` αριθμ. 87-227-12/ 26/12/2012 αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, που διαβίβασε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ζήτησε την έκδοση στις δικαστικές αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας του ήδη εκκαλούντος Ρώσου υπηκόου C. ή K. A. L. του L. και Α.Ν, που γεννήθηκε στο χωριό ... της περιοχής ... της Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσετσενίας και Ινγκουσετίας (πρώην ονομασία), σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί από το Περιφερειακό Δικαστήριο Λεφόρτοβσκιι της Μόσχας η από 10 Μαΐου 2012 απόφαση για έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης. Εις βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για το ότι "Τον Ιούλιο του 2010 (η ακριβής ημερομηνία είναι άγνωστη) ο Χ. Α. Λ. εγκαταστάθηκε στη Δημοκρατία της Ινγκουσετίας με σκοπό να συμμετάσχει σε τρομοκρατικές επιχειρήσεις εναντίον των μονάδων των ομοσπονδιακών δυνάμεων στην πλευρά των παράνομων ένοπλων οργανώσεων (ΠΕΟ). Με δική του πρωτοβουλία έγινε μέλος της παράνομης ένοπλης οργάνωσης. Αυτή η ΠΕΟ ιδρύθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 2007 από τον Ο. Ν. Χ., παραβιάζοντας τη νομοθεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας (του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας του υπ` αριθμ. 61 Ομοσπονδιακού Νόμου της Ρωσικής Ομοσπονδίας "περί της άμυνας της χώρας" από την 31 Μαΐου του 1966, του υπ` αριθμ. 2446-1 Νόμου της Ρωσικής Ομοσπονδίας "περί της ασφάλειας της χώρας" από τις 5 Μαρτίου του 1992). Η ΠΕΟ έγινε τρομοκρατική οργάνωση και όλα τα μέλη της απέκτησαν πυροβόλα όπλα και άλλα είδη όπλων, καθώς και διάφορα μέσα επικοινωνίας, παραλλαγών και μετακίνησης. Ο Χ. Α. Λ. υποστήριζε τους σκοπούς ίδρυσης και δραστηριότητας της ανωτέρω ΠΕΟ τους σκοπούς τους οποίους ανακοίνωσε στα μέλη ο Ο. Ν. Χ. Ο Χ. γνώριζε ότι τα μέλη της ΠΕΟ έχουν πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά και υποστήριζε τη χρήση τους εναντίον των μονάδων των Ομοσπονδιακών δυνάμεων. Στην ανωτέρω ΠΕΟ ο Ο. Ν. Χ. έχει εφαρμόσει ιεραρχικό σύστημα και κατανομή των καθηκόντων των επικεφαλής της. Τον Σεπτέμβριο του 2010 κατόπιν απόφασης του Μ. Ν.Μ. ο Χ. Α. Λ.διορίστηκε "αμίρ" της ομάδας, η οποία πραγματοποιούσε τρομοκρατικές επιχειρήσεις στα βουνά και τα δάση κοντά στο χωρίο Άλι- Γιούρτ, στην περιοχή Ναζράνοβσκιι της Δημοκρατίας της Ινγκουσετίας και μεταγενέστερα στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Ντάττιχ της περιοχής Σούνζενσκιι της Δημοκρατίας της Ινγκουσετίας. Ο Χ. Α. Λ.έγινε επικεφαλής μιας ένοπλης ομάδας 17 ατόμων στη Δημοκρατία της Ινγκουσετίας . Ο Χ. Α. Λ. με συνωμοτικούς σκοπούς χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο "Α." και ήταν επικεφαλής σε όλες τις μεγάλες τρομοκρατικές επιχειρήσεις εναντίον των Ομοσπονδιακών δυνάμεων στη Δημοκρατία της Ινγκουσετίας. Επίσης έβρισκε τα μέσα και τα όπλα για τις τρομοκρατικές επιθέσεις και διάλεγε τους εκτελεστές τους. Στην έδρα της ΠΕΟ με επικεφαλής τον Χ. Α. Λ. στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Ντάττιχ ο Ο. Ν. Χ. ίδρυσε εκπαιδευτικό κέντρο όπου τα μέλη της ΠΕΟ διδάσκονταν διάφορους τρόπους και μεθόδους τρομοκρατικών επιχειρήσεων και εκτελέσεις δράσεων δολιοφθοράς εναντίον των Ομοσπονδιακών δυνάμεων. Ο Χ. Α. είχε σκοπό να χρησιμοποιεί πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά κατά τις τρομοκρατικές επιχειρήσεις στο πλευρό της ΠΕΟ εναντίον των Ομοσπονδιακών δυνάμεων. Σε άγνωστη ημερομηνία (όχι νωρίτερα από τον Ιούλιο του 2010) απέκτησε από άγνωστο πρόσωπο ένα όπλο Καλάσνικοβ με διαμέτρημα 5,45 εκατοστά με 150 φυσίγγια. Ο Χ. Α. Λ. ως μέλος της οργάνωσης διέπραξε το αδίκημα της ίδρυσης ένοπλης οργάνωσης και το αδίκημα της παράνομης απόκτησης, φύλαξης και κατοχής των όπλων και των πυρομαχικών, δηλαδή τέλεσε αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται στο μέρος 1 του άρθρου 208 και στο μέρος 3 του άρθρου 222 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, για τις πράξεις δε αυτές προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις ποινές στερητικές της ελευθερίας για μεν την πρώτη δύο έως επτά ετών, για δε τη δεύτερη πέντε έως οκτώ ετών. Οι πράξεις αυτές, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, είναι επίσης αξιόποινες και κατά την Ελληνική νομοθεσία και συγκεκριμένα συνιστούν τα αδικήματα της τρομοκρατικής πράξης και της διακεκριμένης περίπτωσης οπλοχρησίας, που προβλέπονται και τιμωρούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 187Α του ΠΚ, όπως ισχύει και των άρθρων 1 παρ. 1,15 παρ. 1 α του Ν. 2168/1993 (ποινές κάθειρξης μέχρι δέκα ετών και κάθειρξης, αντίστοιχα). Ως εκ τούτου, για τις ως άνω εγκληματικές πράξεις είναι επιτρεπτή η έκδοση, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, που κυρώθηκε με το Ν. 4165/1961, του άρθρου 37 της Σύμβασης Δικαστικής Αρωγής Ελλάδος- ΕΣΣΔ και του άρθρου 437 εδ. α του ΚΠΔ. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας με το .../21/3/2006 πιστοποιητικό της Γενικής Επιτροπείας για τους πρόσφυγες και ανιθαγενείς του Βασιλείου του Βελγίου, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, του αναγνωρίστηκε δηλαδή η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα, ήτοι προσώπου που υπάρχει φόβος να διωχθεί στη χώρα του (Δημοκρατία της Ρωσίας) για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 28/4/1951 Συμβάσεως της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν.Δ 3989/19/26/9/1959, και του έχει χορηγηθεί από την ίδια ως άνω υπηρεσία η ... άδεια παραμονής στο Βέλγιο από 27/10/2009 έως 27/10/2014 (προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση). Όμως, καίτοι διατελεί σε εξαιρετικό καθεστώς διεθνούς προστασίας ως πρόσφυγας, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προέκυψε ότι δεν συντρέχει περίπτωση απαγορεύσεως της εκδόσεως του από την ως άνω Σύμβαση της Γενεύης και συγκεκριμένα από το άρθρο 33 παρ. 1 αυτής (κατά το οποίο "ουδεμία Συμβαλλόμενη Χώρα θα απελαύνει ή θα επαναπροωθεί, καθ` οιονδήποτε τρόπο, πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών, ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων"), καθόσον δεν προέκυψε ότι η έκδοση του αποβλέπει στη δίωξη του για τις πολιτικές πεποιθήσεις του (πολιτικά του φρονήματα) ή την καταγωγή του (Τσετσένος) ή ότι απειλείται η ζωή ή η ελευθερία του ένεκα των πολιτικών πεποιθήσεων του ή της καταγωγής του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον σχετικό λόγο της εφέσεως του, διατεινόμενος ότι η δίωξη του είναι προσχηματική και στην πραγματικότητα διώκεται για τα πολιτικά του φρονήματα και κυρίως λόγω της καταγωγής του (Τσετσένος), ή ότι θα υποστεί βασανισμούς εξ αιτίας ακριβώς αυτών των πεποιθήσεων του, ή ότι θα διωχθεί από τις Ρωσικές Αρχές για πράξη διαφορετική από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοση του. Αντιθέτως, προέκυψε ότι η έκδοση του ζητείται για να δικαστεί για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου και δεν είναι προσχηματική, δηλαδή δεν υποβλήθηκε με σκοπό να διωχθεί για τα πολιτικά του φρονήματα ή την καταγωγή του. Ούτε ισχυρίζεται ο εκζητούμενος ότι του έχει χορηγηθεί το δικαίωμα ασύλου από το Ελληνικό Κράτος, σύμφωνα με τις διατυπώσεις του Π.Δ. 114/2012 (άρθρο 5), ώστε να συντρέχει περίπτωση αρνήσεως της εκδόσεως του, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 της Σύμβασης Δικαστικής Αρωγής Ελλάδος- ΕΣΣΔ (Ν. 1242/1982), κατά το οποίο "έκδοση δεν λαμβάνει χώρα αν το πρόσωπο για το οποίο έγινε η αίτηση εκδόσεως είναι πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί από το κράτος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως το δικαίωμα του ασύλου". Εν όψει των ανωτέρω, εφόσον ο εκκαλών ταυτίζεται με τον συλληφθέντα, υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα, ο εκκαλών είναι από τα πρόσωπα που μπορούν να εκδοθούν και τα παραπάνω εγκλήματα για τα οποία διώκεται ο ίδιος είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση και δεν υπάρχουν, κατά τους νόμους τόσον του αιτούντος Κράτους, όσον και κατά τους ημεδαπούς, αλλά και από την Συνθήκη της Γενεύης της 28/7/1951, λόγοι που να εμποδίζουν την δίωξη, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εκκαλούντος. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια και γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν υπέπεσε σε νομικό ή πραγματικό σφάλμα και οι εφέσεις αυτού, με τους λόγους των οποίων υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες κατ` ουσίαν και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται κατά τύπους τις συνεκδικαζόμενες υπ` αριθμ. 32 και 33 από 24/1/2013 εφέσεις του εκζητούμενου C. ή K. A. L. του L. και Α., υπηκόου Ρωσίας, κατά της υπ` αριθμ. 1/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης και απορρίπτει αυτές στην ουσία.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαρτίου 2013.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

GOOGLE+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις